σκέπτομαι

σκέπτομαι
ΝΑ και σκέφτομαι Ν
1. κάνω σκέψεις, διανοούμαι, συλλογίζομαι, διαλογίζομαι, στοχάζομαι (α. «θα τό σκεφθώ και θα σού απαντήσω» β. «ὃ πολλάκις ἐσκεψάμην», Θουκ.)
2. (η μτχ. τού παθ. παρακμ.) εσκεμμένος, -η, -ο
αυτός που γίνεται μετά από σκέψη, πρόθεση ή προμελέτη, σκόπιμος (α. «πρόκειται για εσκεμμένη ενέργεια» β. «πάντα ἐσκεμμένα ἡτοίμασται», Θουκ.)
νεοελλ.
1. έχω κατά νου, προσχεδιάζω, προτίθεμαι, σκοπεύω (α. «σκέπτομαι να κάνω ένα ταξίδι» β. «σκέπτομαι να πουλήσω το οικόπεδο»)
2. είμαι βυθισμένος σε σκέψεις, είμαι σκεπτικός, είμαι συλλογισμένος («Αντώνη μου τί σκέφτεσαι κι' είσαι συλλογισμένος;», δημ. τραγούδι)
3. φρ. «σκέπτομαι άρα υπάρχω»
(φιλοσ.) η πρώτη πρόταση πάνω στην οποία στήριξε τη φιλοσοφία του ο Γάλλος φιλόσοφος Ντεκάρτ και προκάλεσε αποφασιστική στροφή στη νεώτερη σκέψη
αρχ.
1. βλέπω ολόγυρα, κυρίως μακριά, έχοντας τα χέρια πάνω από τα μάτια, κατοπτεύω («σκεψάμενος δ' ἐς νῆα θοὴν ἅμα καὶ μεθ' ἑτέρους», Ομ. Οδ.)
2. παρατηρώ, παρακολουθώ με προσοχή, κατασκοπεύω («τοὺς... Καρχηδονίους ἐκβάντας σκέπτεσθαι», Ηρόδ.)
3. δίνω προσοχή, προσέχω («σκέψασθε, παῑδες
οὐχ ὁρᾱθ'; ὥρα νέα, χελιδών», Αριστοφ.)
4. εξετάζω, ερευνώ, διερευνώ («σκέπτεσθαι τῷ δακτύλῳ τι», Ιπποκρ.)
5. στρέφω την προσοχή ή τη σκέψη μου σε κάτι, παρατηρώ με σκέψη, έχω ή λαμβάνω υπ' όψιν («σκέψασθε τὴν τύχην δυοῑν βροτοῑν», Σοφ.)
6. κρίνω, συμπεραίνω («σκέψασθαι ἀπὸ τῶν παίδων», Αριστοφ.)
7. νομίζω, υπολογίζω ότι κάτι είναι έτσι ή αλλιώς («καλλίω θάνατον σκεψάμενος ἀπαλλάτου τοῡ βίου», Πλάτ.)
8. προνοώ («σκεπτόμεθα τ'αναγκαῑ' ἑκάστης ἡμέρας», Φιλήμ.)
9. προετοιμάζω, προμελετώ, προσχεδιάζω («σκέπτομαι λόγους», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σκέπτομαι (< *σκεπ-jομαι, πρβλ. κλέ-πτ-ω < *κλέπ-) ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *spek- «κατασκοπεύω, παρατηρώ με προσοχή» (με αντιμετάθεση τών συμφώνων -π- και -κ-) και αντιστοιχεί με λατ. specio «βλέπω, παρατηρώ» (από όπου προέρχονται πολλές λ. τών νεώτερων γλωσσών, πρβλ. αγγλ. speculate, special, γαλλ. spectateur, spectacle, γερμ. Spiegel κ.λπ.), αρχ. ινδ. paśyati «βλέπω», γερμ. spahen «κατασκοπεύω». Το ρ. σκέπτομαι αποτελεί πιθ. παρ. κάποιου ονοματικού τ., αμάρτυρου στην Ελληνική (πρβλ. αρχ. ινδ. spaś-, αβεστ. spas-). 'Εχει διατυπωθεί, επίσης, η άποψη ότι η ρίζα *sp-ek- ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *sep- «ασχολούμαι, τιμώ» τού ρ. ἕπω (Ι) «ασχολούμαι με κάτι». Το ρ. σκέπτομαι χρησιμοποιείται με την ειδικότερη σημ. «προσπαθώ να δω κάτι, κατασκοπεύω» (πρβλ. σκοπός, σκοπή, σκοπιά), απ' όπου προήλθε και η σημ. «στρέφω την προσοχή μου, συλλογίζομαι, εξετάζω» και έτσι διακρίνεται από τα συγγενή σημασιολογικώς ρ. βλέπω και ὁρῶ. Ο νεοελλ. τ. σκέφτομαι, με τροπή τού συμφωνικού συμπλέγματος -πτ- σε -φτ- (πρβλ. κλέπτης: κλέφτης, πταίω: φταίω). Από το ρ. σκέπτομαι, τέλος, παράγεται πιθ. και ο τ. σκώψ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • σκέπτομαι — σκέπτομαι, σκέφθηκα και σκέφτηκα βλ. πίν. 12 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σκέπτομαι — και σκέφτομαι σκέφτηκα 1. συλλογίζομαι: Σκέφτηκε πολύ πριν απαντήσει. 2. σκοπεύω: Σκέφτεται να κάνει ένα ταξίδι στο εξωτερικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκέπτομαι — look pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκέπτεσθε — σκέπτομαι look pres imperat mp 2nd pl σκέπτομαι look pres ind mp 2nd pl σκέπτομαι look imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσκεμμένα — σκέπτομαι look perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐσκεμμένᾱ , σκέπτομαι look perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐσκεμμένᾱ , σκέπτομαι look perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτομένω — σκέπτομαι look pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual σκέπτομαι look pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτομένων — σκέπτομαι look pres part mp fem gen pl σκέπτομαι look pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτόμεθα — σκέπτομαι look pres ind mp 1st pl σκέπτομαι look imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτόμενον — σκέπτομαι look pres part mp masc acc sg σκέπτομαι look pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεφθέντα — σκέπτομαι look aor part mp neut nom/voc/acc pl σκέπτομαι look aor part mp masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”